Κάτι σαν Φθινόπωρο και κατηφόριζε με σχετικά νευρικό ρυθμό για να μην αργήσει στο ραντεβού του. Είχε ζήσει για πολύ καιρό στην αφάνεια της ανεργίας και τώρα που μπορούσαν να τον δουν δεν ήθελε να σβήσει το παραμικρό κεράκι. Τα δευτερόλεπτα αναβόσβηναν στο μυαλό του και οι λιγοστές στιγμές που είχε φυλαγμένες για τον εαυτό του φώτιζαν κάθε του σκέψη. Όλες εκείνες τις στιγμές που ήθελε να μιλήσει, αλλά δεν μίλησε. Όλες εκείνες τις στιγμές που ο εγωισμός του ακρωτηρίαζε τη γλώσσα του και αγκύλωνε το χέρι του. Όλες εκείνες τις στιγμές που γύρισε την πλάτη του χωρίς δεύτερη σκέψη… Στην τελευταία από αυτές τις λιγοστές στιγμές συνειδητοποίησε πόσο όμορφα ένιωθε που εργαζόταν τόσο πολύ. Θα έλεγε κανείς ότι απολάμβανε κάποιου είδους αναγνώριση. Ίσως, όμως, να ένιωθε τόσο όμορφα γιατί… δεν ένιωθε! Το χέρι του, μουδιασμένο από τις αδιάκοπες διορθώσεις, έμοιαζε όντως να ήταν αγκυλωμένο. Με τη βοήθεια ενός πληκτρολογίου διόρθωνε πια. Είχε, σχεδόν, σταματήσει να γράφει…
Έφτασε στο ραντεβού του 2 λεπτά νωρίτερα. Η μαθήτριά του τον χαιρέτησε αγκαλιάζοντάς τον και κάθισαν να συζητήσουν τις λεπτομέρειες. Έβγαλαν και οι δυο τα κινητά τους να βρουν ημερομηνίες για τα μαθήματά τους. Δεν συζήτησαν σχεδόν καθόλου για χρήματα. Σαν να μην τον ενδιέφεραν πια. Ήθελε μόνο να εργάζεται… Ξαφνικά, εμφανίστηκε ένας πλανόδιος που πουλούσε στυλό για να επιβιώσει. Εκείνος αποφάσισε να αγοράσει όλα τα στυλό για να τον βοηθήσει. Εμβρόντητος, ο πλανόδιος, για να τον ευχαριστήσει του δώρισε και μια πένα που είχε ξεχασμένη βαθιά στην τσέπη του… «Πάρε αυτή την πένα! Είναι μαγική…», του είπε. «Τί εννοείς μαγική;», απάντησε ο καθηγητής. «Όταν γράφεις με εκείνη, γράφει ό,τι σκέφτεσαι και ό,τι αισθάνεσαι!», απάντησε ο πλανόδιος. «Αν καταφέρει να ξεμαγκώσει το χέρι μου, τότε σίγουρα είναι μαγική!», απάντησε με ένα ύφος δειλού αυτοσαρκασμού ο καθηγητής. Την πήρε από ευγένεια περισσότερο και ευχαρίστησε τον πλανόδιο. Ύστερα, χαιρέτησε τη μαθήτριά του και επέστρεψε κατευθείαν σπίτι του για να αποσυμφορήσει το κορμί του από την φθινοπωρινή υγρασία…
Λίγο αργότερα, γύρω στις 12 τα μεσάνυχτα, πληκτρολογώντας μανιασμένα απέναντι από τον υπολογιστή του, σταμάτησε να ξεπιαστεί και το βλέμμα του σταμάτησε στη νέα του αγορά. Σηκώθηκε να τακτοποιήσει τα στυλό και κάπου ανάμεσά τους η «μαγική» πένα έμοιαζε να λικνίζεται μόνη της σαν να προκαλούσε τον καθηγητή να την χρησιμοποιήσει. Εκείνος την πήρε στα χέρια του και πειραματίστηκε σε ένα πρόχειρο λευκό χαρτί γράφοντας κάτι… «Κάποιος είχε πει ότι η φύση άφησε τον Τειρεσία τυφλό για να μπορεί να “βλέπει” το μέλλον και τον Μπετόβεν κουφό για να “ακούει” αυτό που δεν μπορούσαν να ακούσουν οι άνθρωποι μέχρι τότε. Εμένα γιατί με άφησε ανήμπορο να μάθω μουσική και το χέρι μου σταδιακά σακατεύει, από τη στιγμή που ούτως ή άλλως δεν μπορώ να συνθέσω ή να γράψω οτιδήποτε πιο όμορφο από εσένα;», ξεχύθηκαν οι πρώτες γραμμές και αμέσως πέταξε το λευκό χαρτί τινάζοντας το χέρι του. Όμως κανένας και τίποτα δεν μπορούσε να φιμώσει τη «μαγική» πένα, η οποία κινούσε σαν μαριονέτα τον δύστυχο καθηγητή από ‘δω και από ‘κει γράφοντας παντού με όλους τους πιθανούς και απίθανους τρόπους! Σαν να απελευθέρωσε ό,τι σκεφτόταν, ό,τι ένιωθε και ό,τι έκρυβε μέσα του τόσο καιρό!
Λίγες ώρες μετά, κατά τις 7 το πρωί, οι πρώτες αφέλειες του ήλιου τον βρήκαν γονατισμένο να κλαίει σαν μικρό παιδί στη μέση του σαλονιού με το πιάνο πίσω του παροπλισμένο με το πέπλο που του είχε κάνει δώρο εκείνη, για να μην σκονίζεται η φωνή του! Κάθιδρος και τσαλακωμένος. Σαν να είχαν περάσει χρόνια από πάνω του… Σαν αυτές οι 7 ώρες να μετρούσαν διαφορετικά το μυαλό του! Σαν να είχαν περάσει 7 χρόνια από την τελευταία φορά που μίλησε. Που έγραψε ό,τι πραγματικά ένιωθε. Σαν να είχαν περάσει ακριβώς 7 χρόνια από την τελευταία φορά που ένιωθε…
Κοίταξε τη «μαγική» πένα σαν να ήταν εκείνη, που ο εγωισμός του την πήρε μακριά από αυτόν. Άρχισε να της μιλάει, να της λέει πόσο του είχε λείψει το βλέμμα της, το χαμόγελό της… Έκλαιγε με λυγμούς και ζητούσε συγχώρεση για όλες εκείνες τις στιγμές που έχασε και ακόμα έχανε από εκείνη! Τότε και μόνο ξεκόλλησε σαστισμένη η «μαγική» πένα από το χέρι του καθηγητή. Δεν άντεχε τόσο πόνο. Ποτέ της δεν είχε συναντήσει τόσο πόνο. Τόση μοναξιά. Τόσο συσσωρευμένη ανομολόγητη αγάπη… Κύλησε κι έγινε ένα με τα άλλα στυλό. Ωστόσο, δεν υπήρχε περίπτωση να μην την αναγνώριζε ο καθηγητής. Πάντα ήταν τόσο ξεχωριστή, τόσο μοναδική για εκείνον. Τόσο μαγική… Κι εκείνη, που δεν άντεχε να τον βλέπει να υποφέρει μακριά της, βρήκε τον τρόπο να απαλλάξει τον δύστυχο καθηγητή από τον αφόρητο πόνο της αγάπης… Έχασε κάθε είδους μαγεία! Και για να είναι σίγουρη ότι δεν θα ξαναπονέσει τον αγαπημένο της έχασε κάθε της λειτουργία… Στέγνωσε!
Λίγο καιρό μετά, χτύπησε το τηλέφωνο. Άρχισε πάλι να κατηφορίζει με νευρικό ρυθμό για να μην αργήσει στο ραντεβού του και συνειδητοποίησε πόσο όμορφα «ένιωθε» που εργαζόταν τόσο πολύ. Το χέρι του ήταν ξανά αγκυλωμένο. Έφτασε στο ραντεβού του 2 λεπτά νωρίτερα. Μια άλλη μαθήτριά του τον χαιρέτησε αγκαλιάζοντάς τον και κάθισαν να συζητήσουν τις λεπτομέρειες. Έβγαλαν και οι δυο τα κινητά τους να βρουν ημερομηνίες για τα μαθήματά τους. Δεν συζήτησαν σχεδόν καθόλου για χρήματα. Δεν τον ενδιέφεραν πια. Ήθελε μόνο να εργάζεται… Ασυναίσθητα, έσυρε το βλέμμα του ψάχνοντας μήπως εμφανιστεί κάποιος που θα προσπαθούσε να του πουλήσει κάτι. Οτιδήποτε. Είτε ήταν μαγικό είτε όχι. Αυτή τη φορά δεν εμφανίστηκε κανένας πλανόδιος…
![]()


